Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

Χρησμός πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας - Κίνας από το ΝΑΤΟ

Την απειλή ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ και της στρατιωτική συμμαχία της Ρωσίας και της Κίνας επανέφερε στο επίκεντρο κορυφαίος αξιωματούχος του ΝΑΤΟ, δείχνοντας ως αίτιο την μετατόπιση της παγκόσμιας στρατιωτικής δύναμης από τη Δυτική στρατιωτική συμμαχία σε αυτή της Ρωσίας με την Κίνα.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του αμερικανικού Newsweek, σε ομιλία του προς το think tank του ΝΑΤΟ «Συμβούλιο του Ατλαντικου», ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Γενικού Μετασχηματισμού, Ντένις Μέρσιερ την Πέμπτη, φέρεται να δήλωσε πως «ο κίνδυνος μιας μεγάλης διακρατικής σύγκρουσης έχει αυξηθεί, από τη στιγμή που οι μη δυτικές δυνάμεις, ειδικά η Ρωσία και η Κίνα, διαταράσσουν την ισορροπία δυνάμεων, που χάνονται από τις ΗΠΑ με τη δική τους μεγαλύτερη στρατιωτική και οικονομική επιρροή.

Όπως υπογραμμίζει το δημοσίεμα, οι δύο αυτές χώρες έχουν κάνει μεγάλες προσπάθειες για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό των δυνάμεών τους, ταράσσοντας τον διατλαντικό συνασπισμό.

«Η Κίνα αξιοποιεί την οικονομίκή της δύναμη για να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες ως θεμέλιο της παγκόσμιας αναπτυσσόμενης στρατηγικής εξουσίας» δήλωσε ο Μέρσιερ σύμφωνα με την ιστοσελίδα The Hill.

«Η γειτονική Ινδία ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι και θα μπορούσε μεσοπρόθεσμα να φτάσει σε ένα συγκρίσιμο καθεστώς» συμπλήρωσε, ενώ πρόσθεσε πως την ίδια ώρα, η Ρωσία αναζωογονείται με τη θέληση να γίνει και πάλι μεγάλη δύναμη.

Όπως αναφέρει το αμερικανικό περιοδικό, τα σχόλια του Μέρσιερ απαντούν στην τελευταία έκθεση αναλυτικής προοπτικής του ΝΑΤΟ που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα, με στόχο την ανάλυση των τρεχουσών τάσεων της διεθνούς πολιτικής, για τη διαμόρφωση της στρατηγικής της στρατιωτικής συμμαχίας της Δύσης έως το 2035.

Κατά την έκθεση, «μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές στο κόσμο, αυξάνει ο κίνδυνος σοβαρών συγκρούεων», κάνοντας αναφορά και σε παρόμοιες εκθέσεις του 2013 και 2015.
 

Επίθεση στη Ρωσία και καμπανάκια


Το δημοσίευμα συνεχίζει κατηγορώντας τη Ρωσία για τις «ενέργειες μιας αναζωπυρωμένης Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη και μιας πιο δυναμικής Κίνας στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, χρησιμοποιώντας παράλληλα σκληρή και μαλακή δυναμη για την επίτευξη πολιτικών στόχων». Οικονομικά, αναφέρεται πως τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ, με την έκθεση να διαπιστώνει ότι «η παγκόσμια οικονομική δύναμη της Ευρώπης, οι προηγμένες οικονομίες της Βόρειας Αμερικής, η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία, είναι πιθανό να συνεχίσουν να αναπτύσσονται έως το 2035 και έπειτα.

«Καθώς η δύναμη απομακρύνεται από τη Δύση στην Ασία, η ικανότητα της Δύσης να επηρεάζει την ατζέντα μειώνεται» αναφέρει σχετικά η έκθεση.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Στον ρυθμό των κεντρικών τραπεζών

Στην τελευταία συνεδρίασή της, πριν από μία εβδομάδα, η Φέντεραλ Ριζέρβ των ΗΠΑ σκιαγράφησε μια εικόνα της αμερικανικής οικονομίας που παραήταν ωραία για να είναι αληθινή. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Fed, η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με δυναμικούς ρυθμούς -3,1% φέτος και 2,5% το 2019-, ενώ ο πληθωρισμός θα κινηθεί λίγο πάνω από τον στόχο 2%, επιτρέποντας στον Τζερόμ Πάουελ να συνεχίζει να αυξάνει το κόστος δανεισμού.
Η Fed, έχοντας ήδη αυξήσει οκτώ φορές τα επιτόκια στον κύκλο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής που εγκαινίασε τον Δεκέμβριο του 2015, επιχειρεί κάτι που η ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα έχει καταφέρει μόνο μία φορά στα 104 χρόνια από την ίδρυσή της: την ομαλή προσγείωση της αμερικανικής οικονομίας με σταδιακές κινήσεις, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερθέρμανσης, αλλά και ταυτόχρονα ο κίνδυνος απότομης προσγείωσης ή ύφεσης.
Μόνο που στην παραπάνω εξίσωση, η Fed δεν υπολόγισε ακόμη έναν παράγοντα: την ίδια και τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες που κλείνουν τις στρόφιγγες ρευστότητας και στρέφονται προς την κατεύθυνση της νομισματικής σύσφιγξης. Και οι συνέπειες από τις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών δεν περιορίζονται εντός συνόρων. Μία πενταετία μετά το «taper tantrum effect» του 2013, με μαζικές εκροές κεφαλαίων από τις αναδυόμενες, οι διεθνείς αγορές χορεύουν και πάλι στους ρυθμούς των κεντρικών τραπεζών, προεξάρχουσας της Fed. Tο τέλος εποχής του φθηνού χρήματος οδήγησε την απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου σε υψηλά επταετίας, μια τάση που γρήγορα εξαπλώθηκε και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, επηρεάζοντας και τα ευρωπαϊκά ομόλογα.
Δέκα χρόνια μετά την παγκόσμια κρίση του 2008, που άρχισε από μια μικρή και υποτιμημένη «γωνιά» του χρηματοπιστωτικού τομέα, δόθηκε έμφαση στην αλόγιστη ανάληψη ρίσκου, στην υπερβολική μόχλευση και στις ανισορροπίες των αγορών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει κανείς να αγνοεί την πιθανότητα η επόμενη ύφεση να προέλθει από τον πληθωρισμό ή από κάποια άλλη αιτία που δεν κατάφεραν να προβλέψουν οι οικονομολόγοι. Τα στατιστικά μοντέλα και οι αναλύσεις βασίζονται σε δεδομένα και αριθμούς. Από αυτή την εξίσωση λείπει ο ανθρώπινος παράγοντας, η ψυχολογία των επενδυτών, που μερικές φορές αντιδρούν απρόβλεπτα, αλλά και το πολιτικό ρίσκο, που διαχέεται ολοένα και περισσότερο.
Σε μια τέτοια κρίση, οι κεντρικές τράπεζες έχουν ελάχιστα εργαλεία στη διάθεσή τους για να κρατήσουν όρθιο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα. Διότι, άθελά τους, ευθύνονται οι ίδιες για τις παθογένειες του συστήματος.

Ο λογαριασμός στις τράπεζες

Οι εξελίξεις στην οικονομία τεκμηριώνουν την εκτίμηση ότι η «έξοδος από τα μνημόνια» δεν συνιστά αποτέλεσμα μιας επιτυχούς προσαρμογής παρά το σύνθημα ενός αφηγήματος με πολιτικά κριτήρια, εντός και εκτός συνόρων. Όμως οι οικονομίες δεν ανακάμπτουν επειδή κάποιοι το αποφάσισαν.
Οι σφοδρές πιέσεις στις τράπεζες, όπως αυτές αποτυπώθηκαν θεαματικά στο χρηματιστήριο, σίγουρα αφορούν επιθετικές τακτικές επενδυτών με κίνητρο το βραχυπρόθεσμο κέρδος. Το σορτάρισμα όμως προϋποθέτει χώρο τον οποίο η ελληνική περίπτωση πρόσφερε απλόχερα.
Στον τομέα της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων γίνονται βήματα, τα οποία ωστόσο ξεκίνησαν αργά. Οι επίμονα χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης προσθέτουν νέα βάρη στο αποθεματικό των «κόκκινων» δανείων, που παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη. Η απουσία μιας προληπτικής γραμμής στερεί βαθμούς ασφαλείας, μαζί τους και το waiver της ΕΚΤ. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συντηρείται η συζήτηση για το ενδεχόμενο νέων κεφαλαιακών αναγκών των συστημικών τραπεζών στην Ελλάδα, την ώρα που -σημειωτέον- Ελλάδα και Ευρωζώνη δεν αξιοποίησαν 24 ολόκληρα δισ. ευρώ από το τρίτο δάνειο.
Οι κινήσεις που παρατηρήθηκαν στις μετοχές τους είχαν πιθανώς ως στόχο, γεγονός που συνιστά και εκτίμηση ορισμένων τραπεζικών παραγόντων, την άσκηση πίεσης είτε για να ληφθούν πιο γρήγορα και δραστικά στρατηγικές αποφάσεις από τις τράπεζες για τις τράπεζες, είτε ακόμη και για να επιδεινωθεί σκόπιμα η θέση μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με την προοπτική να αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Όμως αυτή η πτυχή της πραγματικότητας δεν αναιρεί τη μεγάλη εικόνα, η οποία είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού στους περισσότερους δείκτες που διαμορφώνουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας.
Η καθίζηση των επενδύσεων και η αδυναμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, μαζί με τα αντιφατικά μηνύματα της κυβέρνησης στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και μάλιστα με τις ευλογίες των Ευρωπαίων, συμπίπτουν με την απογοητευτική υπόθεση της Folli Follie, καθώς και με την αβεβαιότητα γύρω από τα αποτελέσματα της ΔΕΗ. Είχε προηγηθεί το σήμα από τον οίκο Moody’s, ο οποίος ανέβαλε την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας.
Μεσολάβησαν οι πληροφορίες για δυστοκία μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος να αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές, τουλάχιστον άμεσα και με ευνοϊκούς όρους. Όμως πώς να δανειστούν οι τράπεζες, όταν δεν δανείζεται το Δημόσιο;
Με την έξοδο από την κρίση, η οικονομία θα εκτινασσόταν σαν ελατήριο. Όμως το ελατήριο δεν δουλεύει και ο νοών νοείτω.
Η Ελλάδα μπήκε στο μνημόνιο επειδή βγήκε από τις αγορές και τελικά βγήκε από το μνημόνιο αλλά δεν μπήκε στις αγορές.
Αποδεικνύεται από τις εξελίξεις ότι το ελληνικό success story ήταν μια πολιτική επινόηση ελληνικής αλλά και ευρωπαϊκής προέλευσης. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσει κανείς, τόσο πιο γρήγορα θα το αντιμετωπίσει.
Για την ώρα, θα βιώνει τις συνέπειες μιας πολιτικής διαχείρισης που στέλνει τον λογαριασμό στις τράπεζες.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου

Τα ειρωνικά χαμόγελα του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Χάικο Μάας ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ εκφωνούσε την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ εξέφρασαν ανάγλυφα το πώς βλέπει σήμερα η Ευρώπη τη σχέση της με τις ΗΠΑ. Το περιφρονητικό ύφος του Μάας ήταν η τελευταία μιας σειράς εξελίξεων που δείχνουν ότι η σχέση ΗΠΑ-Ε.Ε. αλλάζει ριζικά.  Η πιο σημαντική εξέλιξη κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης ήταν η ανακοίνωση της Ε.Ε. ότι θα δημιουργήσει μαζί με την Κίνα και τη Ρωσία ένα σύστημα πληρωμών που θα επιτρέψει στο Ιράν να συναλλάσσεται διεθνώς, παρά τις κυρώσεις που οι ΗΠΑ επιβάλλουν, σε χώρες και εταιρείες που θέλουν να επενδύσουν στο Ιράν. Η Ε.Ε. προσπαθεί έτσι να διασώσει τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, την οποία θεωρεί εμβληματική του τρόπου λειτουργίας του διεθνούς συστήματος πολυμερούς διπλωματίας που βρίσκεται στο στόχαστρο του Τραμπ.
Ακόμα όμως και αν οι στόχοι της Ε.Ε. είναι ιδεαλιστικοί -η διάσωση του παγκόσμιου πολυμερούς συστήματος από τον Τραμπ- οι στρατηγικές συνέπειες αυτής της κίνησης δεν πρέπει να παραβλέπονται. Ουσιαστικά πρόκειται για μια ακόμα περίπτωση ευθυγράμμισης της Ευρώπης με την Κίνα, μια διαδικασία που ξεκίνησε αμέσως μετά την εκλογή Τραμπ και τη θριαμβευτική από κοινού αναγόρευση του Σι Τζινπίνγκ και της Άγκελα Μέρκελ σε «πυλώνες της πολυμερούς διεθνούς τάξης» στο Νταβός.
Ο εμπορικός πόλεμος που έχει εξαπολύσει ο Τραμπ εναντίον της Κίνας, ο οποίος αναδεικνύει σιγά-σιγά τις ανισορροπίες της κινεζικής οικονομίας, και οι απειλές για την εφαρμογή δασμών στο διατλαντικό εμπόριο είχαν ήδη επιφέρει την προσέγγιση των δυο δυνάμεων σε μια ατζέντα διάσωσης του ανοιχτού διεθνούς οικονομικού συστήματος. Η πρωτοβουλία τους για τη διάσωση της συμφωνίας με το Ιράν δείχνει ότι η Ε.Ε. είναι έτοιμη να συνεργαστεί με την Κίνα και σε τομείς πέραν της οικονομίας.
Για την Ε.Ε. η διαχείριση των διεθνών προβλημάτων στη βάση του διεθνούς δικαίου, της πολυμερούς διπλωματίας και των θεσμικών διαδικασιών παγκόσμιας διακυβέρνησης είναι αξία μεγαλύτερη από τη διατλαντική σχέση. Είναι όμως η Ε.Ε. έτοιμη να παίξει έναν διακριτό διεθνή ρόλο τώρα που αυτές οι δυο θεμελιώδεις αξίες της εξωτερικής της πολιτικής βρίσκονται σε σύγκρουση;
Το πρώτο πρόβλημα αφορά τους συμμάχους της Ε.Ε. Για να διασώσει τη συμφωνία με το Ιράν η Ε.Ε. διαπραγματεύτηκε με τρία αυταρχικά καθεστώτα -Κίνα, Ρωσία, Ιράν-, τα οποία το καθένα με τον δικό του τρόπο έχουν διασαλεύσει στο παρελθόν την παγκόσμια τάξη, ενώ όλα αντιμετωπίζουν κατηγορίες για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό τους. Η Ε.Ε. αποδεικνύεται έτσι εξίσου ικανή στο να συνάπτει συμφωνίες με τέτοιου είδους καθεστώτα με τον Τραμπ, που τόσο κατηγορήθηκε για τις συναντήσεις του με τους Βλαντιμίρ Πούτιν και Κιμ Γιονγκ Ουν.
Κάποιες αρχικές εκτιμήσεις αμέσως μετά την εκλογή Τραμπ μιλούσαν για μια φιλελεύθερη δημοκρατική συμμαχία της Ε.Ε. με χώρες όπως ο Καναδάς, η Ιαπωνία και η Ν. Κορέα υπέρ της πολυμέρειας και του ελεύθερου εμπορίου. Η παγκόσμια έννομη τάξη όμως πρέπει και να μπορεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις ασφαλείας. Αν οι ΗΠΑ δεν θέλουν πια να παίζουν τον ρόλο του στρατιωτικού εγγυητή της διεθνούς σταθερότητας, οι μοναδικοί άλλοι δρώντες που μπορούν να το κάνουν είναι δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα. Με δεδομένη όμως την επιθετικότητα της Ρωσίας στον στρατηγικό περίγυρο της Ε.Ε. -Ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή- και τη ραγδαία οικονομική και πολιτική διείσδυση της Κίνας στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο, θα ήταν σώφρον για την Ε.Ε. να θεωρήσει αυτές τις δυο χώρες αξιόπιστους εταίρους;
Το δεύτερο ερώτημα αφορά την εσωτερική ετοιμότητα της Ε.Ε. να παίξει έναν πιο ανεξάρτητο διεθνή ρόλο. Υπό μια έννοια, η διάσωση της διεθνούς πολυμέρειας αποτελεί μονόδρομο για την Ε.Ε. Η ίδια αποτελεί άλλωστε ένα πολύπλοκο σύστημα νομικής και πολιτικής διακυβέρνησης με υπερεθνικά χαρακτηριστικά. Δεν θα μπορούσε επομένως παρά να αντισταθεί στη μετατροπή της διεθνούς τάξης σε ένα σύστημα διακυβερνητικής διπλωματίας μεταξύ εθνικών κρατών τη στιγμή που η ίδια αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο στο εσωτερικό της από εθνικιστικά κόμματα και κυβερνήσεις. 
Από εκεί και πέρα, όμως, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η Ε.Ε. διαθέτει την ισχύ να παίξει τον ρόλο του πυλώνα του διεθνούς θεσμικού οικοδομήματος. Το σχέδιο δημιουργίας ενός εναλλακτικού συστήματος πληρωμών για το Ιράν είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ουσιαστικά αποτελεί προέκταση της ατζέντας προώθησης του ευρώ ως διεθνούς νομισματικού μέσου συναλλαγών και αποταμίευσης εις βάρος του δολαρίου, ένας στόχος που η Ε.Ε. επιδίωκε από τα χρόνια δημιουργίας του ευρώ, υποχώρησε στα χρόνια της ευρω-κρίσης, αλλά αναβιώνει ξανά σήμερα λόγω του Τραμπ. 
Μπορεί το ευρώ να παίξει έναν τέτοιο ρόλο; Η κυριαρχία του δολαρίου ως παγκόσμιο μέσο συναλλαγής δεν στηρίζεται μόνο στο οικονομικό μέγεθος των ΗΠΑ, το οποίο μειώνεται σταθερά σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο τις τελευταίες δυο δεκαετίες, αλλά και στο ότι από πίσω του υπάρχει ένα ενιαίο πολιτικό σύστημα με κεντρικό προϋπολογισμό και τεράστια στρατιωτική ισχύ. Στην Ευρώπη η συζήτηση για το ευρώ ακόμα αφορά ζητήματα όπως η τραπεζική ένωση και η ασφάλιση των καταθέσεων - ούτε λόγος για κοινά ομόλογα, κοινό προϋπολογισμό ή σοβαρές επενδύσεις στον στρατιωτικό τομέα, όπου οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. θα ήταν στρατιωτικά πλήρως ανυπεράσπιστες χωρίς τη ΝΑΤΟϊκή ομπρέλα.
Κατά σύμπτωση, βασικό εμπόδιο σε αυτήν την ατζέντα εσωτερικής νομισματικής και στρατιωτικής ισχυροποίησης της Ε.Ε. στέκεται, με την απροθυμία, εσωστρέφεια και αναβλητικότητά της, η χώρα που εκπροσωπεί ο είρωνας κύριος Μάας: η Γερμανία. 
Από τη Γερμανία εξαρτάται σε τελική ανάλυση κατά πόσο η Ε.Ε. τελικά θα αναδειχτεί σε έναν ανεξάρτητο διεθνή δρώντα ή απλά θα ανταλλάξει τον ρόλο του υποδεέστερου εταίρου της διατλαντικής σχέσης με αυτόν του υποδεέστερου εταίρου μιας ανερχόμενης ευρασιατικής συνεργασίας. Οι μέχρι στιγμής βεβιασμένες κινήσεις της Ε.Ε. δείχνουν ότι οι προϋποθέσεις, συνέπειες και κίνδυνοι του νέου εγχειρήματος δεν έχουν αποτιμηθεί πλήρως

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Δημοψηφίσματος παραλειπόμενα

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ έδωσε το δικαίωμα σε όλους τους… ηττημένους να πανηγυρίσουν.
* Ο πρωθυπουργός Ζόραν Ζάεφ επισείει το 91% του «Ναι» στη Συμφωνία των Πρεσπών και προαναγγέλλει τις επόμενες κινήσεις του στο Κοινοβούλιο της χώρας, για να δρομολογήσει τις συνταγματικές αλλαγές, ενώ δεν αποκλείει και την προσφυγή στις κάλπες, στα τέλη Νοεμβρίου, αν δεν κατορθώσει να πείσει 10 βουλευτές από την αντιπολίτευση να στηρίξουν την αναθεώρηση του Συντάγματος.
* Ο πρόεδρος Ιβάνοφ και ο Κρίστο Μιτσκόσκι, αρχηγός του αντιπολιτευόμενου VMR, που απέφυγαν να στηρίξουν ανοικτά το «Όχι» και πριμοδότησαν την αποχή, κρύβονται πίσω από το μόλις 36% της συμμετοχής στο δημοψήφισμα, προκειμένου να μην αναλάβουν το κόστος της ευθείας αντιπαράθεσης με τη Δύση.
* Αυτή η τελευταία, η Δύση, αφού εξάντλησε κάθε δυνατότητα παρέμβασης στη διαδικασία και χειραγώγησης της λαϊκής βούλησης στη γείτονα χώρα, καμώνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συνέβη την Κυριακή.
* Οι μικροπολιτικοί χειρισμοί όλων των πλευρών, εντός κι εκτός πΓΔΜ, ευτέλισαν το δημοψήφισμα ως διαδικασία άμεσης και αδιαμεσολάβητης συμμετοχής των πολιτών στο πολιτικό γίγνεσθαι. Η έννοια του δημοψηφίσματος κινδυνεύει να τεθεί οριστικά στο περιθώριο της δημοκρατικής -πολιτικής πραγματικότητας.
* Υπό το κράτος των εντυπώσεων του αποτελέσματος είναι σαφές ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Σλαβομακεδόνων απορρίπτει κάθε ιδέα και προοπτική συμβιβασμού με την Ελλάδα. Οι γενιές του Τίτο και του Γκρούεφσκι παραμένουν προσκολλημένες στο κατασκευασμένο ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού» και επιμένουν να προβάλλονται ως οι μοναδικοί-αποκλειστικοί φορείς των ιστορικών συμπαραδηλώσεων, που ενισχύονται από τη μυθολογία της περιοχής.
* Η απόλυτη διαφοροποίηση της αλβανικής κοινότητας της πΓΔΜ -είναι περίπου το 25% του πληθυσμού- επιβεβαιώνει τον ρόλο του αλβανικού παράγοντα ως στρατηγικού συμμάχου της Δύσης και των σχεδιασμών της στην περιοχή.
* Ταυτοχρόνως, αναδεικνύεται η πραγματικότητα και το βάθος του διχασμού, σε εθνοτική βάση, που επικρατεί στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας. Οι πιθανές συνέπειες δεν είναι άνευ ευρύτερης σημασίας…
* Εάν δεν επισυμβούν αλλαγές που θα επαναπροσδιορίσουν τα πράγματα, η πΓΔΜ θα βιώσει περίοδο δραματικής απομόνωσης.
* Η Συμφωνία των Πρεσπών παραμένει στη θερμοκοιτίδα της Ιστορίας και το κεκτημένο της θα δεσμεύει τις δύο πλευρές. Διαπραγμάτευση από «μηδενική βάση», για ένα ζήτημα που απασχολεί σχεδόν τρεις δεκαετίες τον ΟΗΕ και τη διεθνή κοινότητα, δεν πρόκειται να υπάρξει.
Την Κυριακή στη γείτονα επιβεβαιώθηκε ο Φρανσουά Μιτεράν, που προειδοποιούσε ότι «σε ένα δημοψήφισμα ο λαός δεν απαντά στο ερώτημα, αλλά σ' αυτόν που το προκαλεί», αλλά και η διαπίστωση του στρατηγού Ντε Γκολ, πως «σε ένα δημοψήφισμα ο πολίτης απαντά στο ερώτημα που αυτός θέλει, όχι σε αυτό που έχει τεθεί».